Όλα

Δεν ακούω κανέναν

“Οι φίλοι μου μου λένε «κάνε πίσω»
Προτού εσύ μ’ αφήσεις, να σ’ αφήσω
Όλοι μου οι φίλοι μού λένε, θα πάθω
Τελειώνω το ποτό μου και τους διαγράφω
Τους γράφω
Ουρλιάζουν οι σειρήνες, παντού διαδηλώσεις.
Βουλιάζουνε οι δρόμοι, ψιχάλες με δόσεις.
Φτάνω όπου να ’ναι, φωτιά αναμμένη
Την έχω την πυξίδα εκεί κολλημένη
Σ’ εσένα… σ’ εσένα.

Τα ’χω όλα γραμμένα
Δεν ακούω κανέναν
Γιατί… δική μου είναι η ζωή!
Μες στο γκρίζο του κόσμου
Είσαι ανάσα και φως μου
Εσύ… πάθος δίχως λογική!

Συγγραφέας - Δημιουργός

Επιλέγω για μένα κι ας πληρώσω το τίμημα.

Ένας άνθρωπος προχωράει απελπισμένος στην έρημο. Μόλις έχει πιει την τελευταία σταγόνα νερό από το παγούρι του. Ο ήλιος που καίει πάνω από το κεφάλι του και οι γύπες που τον περιτριγυρίζουν, προμηνύουν το επικείμενο τέλος του.

“Νερό!” φωνάζει. “Νερό! Λίγο νερό!“

Βλέπει από δεξιά να έρχεται προς το μέρος του ένας βεδουίνος πάνω σε μια καμήλα.

“Δόξα τω Θεώ!” λέει. “Νερό σε παρακαλώ…νερό!“

“Δεν μπορώ να σου δώσω νερό” του λέει ο βεδουίνος. “Είμαι έμπορος, και το νερό είναι απαραίτητο για να ταξιδεύει κανείς στην έρημο.“

Συγγραφέας - Δημιουργός